Εξαρθρώθηκε συμμορία αποτελούμενη από οκτώ αλλοδαπούς κι έναν Έλληνα, οι οποίοι είχαν κλέψει τουλάχιστον 79 αυτοκίνητα από διάφορες περιοχές των Αθηνών. Οι συλλήψεις έγιναν με συντονισμένη επιχείρηση σε Αθήνα και Σκιάθο.

Οι συλληφθέντες είχαν σχηματίσει δύο συμμορίες που δρούσαν ανεξάρτητα παρά τη συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ τους ενώ το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι είχαν διαφορετικό «πρόγραμμα» στόχων τις καθημερινές και διαφορετικό τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις που έγιναν σήμερα από την ΕΛΑΣ:

– τα Σαββατοκύριακα οι διαρρήκτες χτυπούσαν στην περιφέρεια και στόχευαν κυρίως σε αυτοκίνητα και τροχόσπιτα που ήταν σταθμευμένα σε χώρους συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού τουριστών σε περιοχές όπως η Γιάλοβα, το Θέατρο Αρχαίας Μεσσήνης και οι Καταρράκτες Χαραυγής στη Μεσσηνία, η Δροσιά, ο Ιππόκαμπος και η Αγία Άννα στην Εύβοια, οι Δελφοί, τα Καμένα Βούρλα και τα Μετέωρα.

– τις καθημερινές η πρώτη ομάδα χρησιμοποιούσε ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και είχε χώρο δράσης εύπορα προάστια της Αττικής όπως το Μαρούσι, η Κηφισιά, η Νέα Ερυθραία, η Αγία Παρασκευή, και η Γλυφάδα. Οι διαρρήκτες επέλεγαν να χτυπήσουν τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων και κοντά σε χώρους ολιγόλεπτης στάθμευσης. Η δεύτερη ομάδα, αντίθετα, επικεντρωνόταν στο κέντρο της Αθήνας – Κολωνάκι και Πλατεία Συντάγματος – και χτυπούσε με πολυτελή ή εταιρικά αυτοκίνητα. Στόχος τους ήταν να αρπάξουν πολυτελή αντικείμενα, χρήματα, επαγγελματικούς σάκους ή τσάντες.

Οι διαρρήκτες χρησιμοποιούσαν τρεις μεθόδους:

– ο πρώτος ήταν να προσεγγίζουν το όχημα πάντα από την πλευρά του συνοδηγού, τη στιγμή που έφθανε στην περιοχή που επιτηρούσαν. Προσποιούμενοι πως μιλούσαν στο τηλέφωνο και έχοντας γυρισμένη την πλάτη τους προς το όχημα, προσπαθούσαν να κρατήσουν την «πετούγια» της πίσω πόρτας πατημένη τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης κλείδωνε το όχημα, ώστε η πόρτα να παραμείνει ανοιχτή

– ο δεύτερος ήταν να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από το όχημα και την ώρα που ο οδηγός προσπαθούσε να το κλειδώσει με το «μπουτόν» του κλειδιού του. Τότε οι δράστες με τη χρήση δικού τους τηλεκοντρόλ (παρεμβολέα κεντρικού κλειδώματος και συστήματος συναγερμού) που ενεργοποιούσαν ακριβώς τη στιγμή που ο οδηγός πατούσε το δικό του, μπλόκαραν την ασφάλισή του

– ο τρίτος ήταν να σπάνε τζάμια ή να παραβιάζουν τις κλειδαριές, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Τη λεία τους οι διαρρήκτες την αξιολογούσαν με την επιστροφή στα σπίτια τους και στη συνέχεια επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τους μόνιμους κλεπταποδόχους που χρησιμοποιούσε η κάθε συμμορία.

Η επικοινωνία με τους κλεπταποδόχους γινόταν μέσω διαδικτυακών εφαρμογών μηνυμάτων όταν συγκεκριμένο κάθε φορά μέλος, απέστελλε αρχικά φωτογραφίες των κλοπιμαίων. Στη συνέχεια ακολουθούσε συνάντηση όπου παραδίδονταν τα κλεμμένα έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, το οποίο ακολούθως μοιράζονταν με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας.


Όπως προέκυψε από τις ταυτοποιημένες περιπτώσεις κλοπών, η λεία υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 120.000 ευρώ για κάθε ομάδα, καθώς έχοντας διασφαλίσει ευχερή και ασφαλή διάθεση των κλοπιμαίων, τα μέλη τους, επιδίδονταν σε καθημερινή διάπραξη μεγάλου αριθμού κλοπών και συνεχή αναζήτηση θυμάτων.

Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επιχείρησης, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων :
114 διαβατήρια, 31 ταυτότητες, 27 άδειες ικανότητες οδήγησης, 15 άδειες διαμονής, διαφόρων Κρατών και προσώπων,
20.000 ευρώ και 2.000 ελβετικά φράγκα,
πλήθος ηλεκτρονικών συσκευών ( tablet, κινητά κ.λπ.),
πλήθος βαλιτσών, τσαντών, σακιδίων διαφόρων τύπων εταιρειών και χρωμάτων, γυαλιών ηλίου και πορτοφολιών,
5 τηλεκοντρόλ – παρεμβολής ηλεκτρονικού κλειδώματος οχημάτων (διαρρηκτικά εργαλεία),
υλικά πλαστογράφησης εγγράφων, ειδικά τροποποιημένα ψαλίδια για διαρρήξεις κλειδαριών,
δυο (2) αυτοκίνητα και ένα δίκυκλο.

Σε βάρος των συλληφθέντων, σχηματίσθηκε κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία, για τα κατά περίπτωση αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης – συμμορία, των, διακεκριμένων κλοπών κατά συναυτουργία και εξακολούθηση, της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος κατ’ επάγγελμα και συνήθεια και της υπόθαλψης εγκληματία.