Πώς βλέπει η αγορά τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης – Euro2day
Το εκλογικό αποτέλεσμα και η απομάκρυνση του κινδύνου πολιτικής αστάθειας για τα επόμενα 3-4 χρόνια ήταν ένα καλό… τονωτικό για την αγορά.

Οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, οι πρώτες παρεμβάσεις στο οικονομικό μέτωπο (λ.χ. ελαφρύνσεις στη φορολογία), αλλά και η πιο ενεργητική (σε αρχική φάση τουλάχιστον) διαχείριση ζητημάτων όπως της ΔΕΗ, αλλά και της Creta Farms προσέθεσαν πόντους στο θετικό σενάριο για την αγορά.

Εύλογη, λοιπόν, η ικανοποίηση των περισσότερων παραγόντων της, που ευελπιστούν σε ανάλογη και πιο δυναμική συνέχεια. Οι ίδιοι, όμως, αναγνωρίζουν ότι τα προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί είναι πολλά και ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για άκρατη αισιοδοξία. Το κλίμα αυτά αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, το οποίο δείχνει ότι κοιτάζει ψηλότερα, αλλά επιλέγει τα μικρά βήματα… μέχρι νεωτέρας.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθεί η επενδυτική κοινότητα τις πρώτες ημέρες διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, εκφράζοντας αρχικά την ικανοποίησή της, αλλά παράλληλα κρατώντας και επιφυλάξεις για μια σειρά από ζητήματα.

«Το ξεκίνημα της νέας κυβέρνησης ήταν καλύτερο απ’ ό,τι αρχικά αναμενόταν. Αν αισιοδοξούσαμε ως προεκλογική υπόθεση πως ο πρωθυπουργός θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει όλα τα φλέγοντα οικονομικά θέματα κατά τους πρώτους μήνες της θητείας του, τώρα είμαστε σχεδόν βέβαιοι. Όπως φαίνεται, είχε γίνει σημαντική προεργασία, τοποθετήθηκαν ικανά -σε γενικές γραμμές- πρόσωπα και οι πρώτες εξαγγελίες κινήθηκαν στο σωστό κλίμα και προς την ορθή κατεύθυνση», δηλώνει γνωστός χρηματιστηριακός παράγοντας, συμπληρώνοντας:

«Σε όσους λένε ότι οι τιμές των μετοχών έχουν φουσκώσει, υπάρχει ο αντίλογος πως μόνο και μόνο από την αναμενόμενη αλλαγή των συντελεστών στους φόρους εισοδήματος και μερισμάτων τα επόμενα χρόνια, βελτιώνονται σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν οι δείκτες P/E και μερισματικής απόδοσης.

Από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ αναθερμαίνεται ως ένα βαθμό η αγορά ακινήτων, παράγοντας που διευκολύνει ως ένα βαθμό και τη διαχείριση των κόκκινων δανείων από τις τράπεζες.

Τώρα, αν μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η νέα κυβέρνηση ξεμπλοκάρει και κάποια μεγάλα επενδυτικά projects και τρέξει συγκεκριμένες αποκρατικοποιήσεις, τότε θα μιλάμε για ένα πολύ διαφορετικό και βελτιωμένο οικονομικό περιβάλλον, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις αποτιμήσεις των μετοχών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας.

Γιατί άλλο το κλίμα όταν πριν από 1,5 χρόνο οι αποδόσεις των δεκαετών ελληνικών κρατικών ομολόγων βρισκόταν στο 4% και στο 4,5% και άλλο τώρα που κυμαίνονται γύρω στο 2% και οι καταθέσεις επιστρέφουν μήνα με τον μήνα στα τραπεζικά γκισέ.

Τα τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων αποκλιμακώνονται (με ό,τι αυτό σημαίνει για το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων) και οι εταιρείες μπορούν πλέον να αντλούν φτηνότερα κεφάλαια και από την αγορά εταιρικών ομολόγων του Χ.Α. (π.χ. η Attica Συμμετοχών άντλησε 175 εκατ. ευρώ με 3,4%, ενώ η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή αποπλήρωσε το προηγούμενο ομόλογό της στο 101, προκειμένου να εκδώσει νέο με χαμηλότερο επιτόκιο). Και, επίσης, διαφορετικό θα είναι το κλίμα αν μέσα στο επόμενο εξάμηνο οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας κατά μία ή και κατά δύο βαθμίδες, ιδίως αν η χώρα καταφέρει αυτή τη φορά να… τσιμπήσει κάτι από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που ετοιμάζεται να εφαρμόσει εκ νέου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Ωστόσο, το γιατί κάτι τέτοιο δεν έχει φανεί μετεκλογικά στο ταμπλό του Χ.Α. με νέα μεγάλη άνοδο των μετοχών αποδίδεται σε δύο λόγους. Πρώτον, γιατί κάποιοι έσπευσαν να κλειδώσουν τα κέρδη των προηγούμενων μηνών μειώνοντας τις θέσεις τους και, δεύτερον (και κυριότερο), γιατί τα μεγάλα πορτοφόλια περιμένουν να δουν κάτι παραπάνω προκειμένου να βάλουν το χέρι στην τσέπη».

Τι ρωτά τώρα η αγορά

Συνολικότερα, μεταξύ των ερωτημάτων που απασχολούν την αγορά σχετικά με τη νέα οικονομική πολιτική συγκαταλέγονται:

* Μπορεί η χώρα να αντέξει δημοσιονομικά τόσο σημαντικές φοροελαφρύνσεις, ιδίως αν συνεκτιμηθεί πως και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ανοίξει το… ταμείο μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2019; Δεν ήταν ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιάννης Στουρνάρας (άρα και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) που άναβε «κίτρινο φως» για τις φετινές προεκλογικές παροχές της προηγούμενης κυβέρνησης;

* Όσο κι αν αναγνωρίζεται ότι η μείωση των φόρων ωφελεί την πραγματική οικονομία, θα μπορέσει η κυβέρνηση μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να φέρει τόσο πολλές επενδύσεις, έτσι ώστε μέσα από το άλμα του ΑΕΠ να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό των φοροελαφρύνσεων;

*Μήπως η σπουδή της κυβέρνησης για σημαντικές αλλαγές μέσα στους πρώτους μήνες της θητείας της αποτελεί τελικά κίνηση υψηλού ρίσκου και απρόβλεπτου αποτελέσματος;

Μάχες αποτιμήσεων

Παρά το γεγονός ότι το κλίμα στο Χρηματιστήριο της Αθήνας είναι θερμό, με τις τιμές, τον όγκο των συναλλαγών και το ενδιαφέρον των επενδυτών να διατηρείται στα ύψη, κανείς δεν υποστηρίζει ότι μιλάμε για φούσκα.

Χαρακτηριστικά είναι τα όσα υποστηρίζει γνωστός χρηματιστηριακός αναλυτής: «Μπορεί ο Γενικός Δείκτης να έχει κερδίσει 44% από την αρχή του χρόνου, μπορεί επίσης συγκεκριμένες μετοχές να θεωρούνται από αρκετούς υπερτιμημένες, με υψηλούς δείκτες P/E, πλην όμως πολλοί ξεχνούν πως τέτοια επίπεδα Γενικού Δείκτη είχαμε και τον Ιανουάριο του 2018. Μιλούσε τότε κανείς για φούσκα;

»Σίγουρα, επίσης, ο δείκτης της μικρής κεφαλαιοποίησης έχει κερδίσει 183% κατά την τελευταία τριετία, με αποτέλεσμα ορισμένοι επενδυτές που είχαν αγοράσει στο 1/3 της σημερινής αποτίμησης να… ζαλίζονται και να μειώνουν σήμερα τις θέσεις τους. Ο προβληματισμός των ίδιων επενδυτών εντείνεται όταν διαπιστώνουν την επιστροφή κάποιων παλαιότερων χρηματιστηριακών λόμπι που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους σε αρκετά χαρτιά της περιφέρειας.

»Από την άλλη πλευρά, όμως, περίπου οι τέσσερις στις δέκα εισηγμένες έχουν προχωρήσει ή θα προχωρήσουν μέχρι το τέλος του έτους σε χρηματικές διανομές προς τους μετόχους τους, με τη μέση μερισματική απόδοση των τίτλων αυτών να κυμαίνεται μεταξύ του 2,5% και του 3%. Δηλαδή βλέπουμε μέση μερισματική απόδοση που υπερβαίνει το κουπόνι πολλών εταιρικών ομολόγων και πόσο μάλλον των χαμηλότατων τραπεζικών επιτοκίων στις προθεσμιακές καταθέσεις.

»Γενικότερα θα έλεγα ότι το Χ.Α. όπως και η ελληνική οικονομία, φαίνεται να βρίσκονται σε ένα σημείο καμπής. Αν τελικά μέσα στην επόμενη διετία-τριετία δεν συμβεί κάτι το ιδιαίτερα αρνητικό σε διεθνές επίπεδο και αν η σημερινή κυβέρνηση καταφέρει τελικά να δώσει αναπτυξιακή προοπτική στην οικονομία, τότε θα μιλάμε για άλλο επίπεδο εσωτερικής ζήτησης, για μικρότερο επίπεδο φορολογικών επιβαρύνσεων, για πολύ ελκυστικότερους δείκτες P/E στις μετοχές του Χ.Α.

»Πιστεύω, λοιπόν, πως η επενδυτική κοινότητα και κυρίως τα ξένα θεσμικά χαρτοφυλάκια αναμένουν σαφέστερα και περισσότερα δείγματα γραφής από τη νέα κυβέρνηση, προκειμένου να τη… ζυγίσουν και να προσπαθήσουν να προβλέψουν το πόσο περισσότερο ή λιγότερο μπορεί να βελτιώσει τα πράγματα στην οικονομία. Από εκεί και πέρα, όμως, πάντα θα πρέπει να θυμόμαστε πως αγοράζουμε εταιρείες και όχι δείκτες. Προσέχουμε πάντα τι αγοράζουμε και πόσα χρήματα δίνουμε γι’ αυτό».

Πάντως, ακόμα ένα δείγμα υγείας για το Χ.Α. και τις αποτιμήσεις του, είναι το αξιοσημείωτο αγοραστικό ενδιαφέρον που παρατηρείται φέτος από ξένους για την απόκτηση πλειοψηφικών ποσοστών. Οι περιπτώσεις των εταιρειών ΕΛΤΡΑΚ, Κανάκης και Κρητών Άρτος είναι ενδεικτικές, με τις τιμές που κατέβαλαν οι ξένοι να αποτελούν υψηλά πενταετίας στο ταμπλό του Χ.Α.